Τώρα, που είναι κάπως γερασμένοι, πιο μόνοι, πιο σκυφτοί και πιο ευσυγκίνητοι,
μήπως είναι η δική μας σειρά να τους πούμε:
«Να σου δώσω ένα φιλάκι, να περάσει;»

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγαπώ τους γονείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγαπώ τους γονείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Ιουνίου 2024

Μην ξεχνάς πως έχεις κι εσύ γονείς που σε χρειάζονται...

Εκτός από γονείς είμαστε και παιδιά γονιών που μας χρειάζονται.

Που πέρασαν, ξόδεψαν, αφιέρωσαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους σε εμάς, κοντά μας, δίπλα μας, φροντίζοντάς μας, μεγαλώνοντάς μας, αγαπώντας μας για να μείνουν τελικά, στο πιο δύσκολο κομμάτι αυτής της ζωής, μόνοι τους.

Και αυτή είναι η φυσιολογική πορεία των πραγμάτων.


Φυσικά. Δεν αντιλέγει κανείς.
Αλλά... μεγαλώνουν, καταλαβαίνεις;

Γερνάνε μόνοι τους.
Και συνήθως, πολύ διακριτικά, για να μη φορτώνουν με περισσότερα άγχη τις ήδη δύσκολες και κουραστικές ζωές μας.
Αρρωσταίνουν σιωπηρά.
Μελαγχολούν τα βράδια.

Θυμούνται ιστορίες και πάνε για ύπνο σε ένα σπίτι που κάποτε χωρούσε τέσσερα, πέντε ή έξι άτομα.

Και αυτό, όσο και να το συνηθίσεις, όσο και αν το δεχτείς, γιατί έτσι πρέπει να γίνεται, γιατί τα παιδιά πρέπει να φεύγουν από τις εστίες τους, γιατί δεν γέννησες για να γηροκομηθείς, θα είναι πάντα θλιβερό, καθώς διακόπτει περίπου είκοσι χρόνια καθημερινής επαφής και άντε να μάθεις, ξαφνικά, να ζεις, σχεδόν, ξεκρέμαστος σε μια καθημερινότητα που πασχίζεις να θυμηθείς πώς γέμιζες κάποτε.

Και πες άντε.
Όταν είσαι πενήντα, εξήντα, βία εβδομήντα τα κουτσοβολεύεις. Δουλεύεις μέχρι να βγεις στη σύνταξη.
Έχεις φίλους. Έχεις ενδιαφέροντα. Μεγαλώνεις εγγόνια.
Περνάνε τα χρόνια.

Σε ευλογεί ο Θεός και ζεις στα εβδομήντα πέντε, στα ογδόντα ή στα ενενήντα σου, όταν πια δεν ακούς, δεν βλέπεις, δεν περπατάς και περιμένεις πάνω από το τηλέφωνο την αγαπημένη φωνή που θα σου πει:
«Το απόγευμα θα είμαι εκεί. Έρχομαι.»

Και ξανανιώνεις. Έρχεται.
Έρχεται;

Αν μόνο ήξερες πώς σε περιμένουν…

hellomama

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2023

Να τους αγαπάς τους γονείς σου, ρε, όπως τα παιδιά σου.

Είναι φίλος από τη Θεσσαλονίκη. Δυο μέτρα λεβέντης. Παλιά τρώγαμε έξω κάθε φορά που κατέβαινε Αθήνα. Οι δυο μας. 
Τα τσούζαμε και λίγο. Μετά από το κρασί έβγαιναν πάντα οι αλήθειες.
Είχε έναν αφοπλιστικό τρόπο να σε καθηλώνει όταν έλεγε κάτι. Και το ΄λεγε πάντα καλά ο μπαγάσας.
Εκείνη τη βραδιά η κουβέντα ήρθε στις γυναίκες. “Στεφανάκι”, μου λέει, “άκου τι έλεγε ο μπαμπάς μου για τις γυναίκες”, κι έλαμψε ένα πονηρό γελάκι στην άκρη των χειλιών του.

“Ο χειρότερος άντρας είναι η καλύτερη γυναίκα…”

Σκάσαμε κι οι δύο στα γέλια. Όχι μόνο για την υπερβολή, αλλά και για τον τρόπο που το είπε.

Κι εκεί που γελάγαμε, ο φίλος μου άρχισε να κλαίει. Ήρεμα στην αρχή, πιο έντονα μετά, με λυγμούς στο τέλος. Δεν είχα ιδέα γιατί έκλαιγε. Ούτε ήξερα πώς να αντιδράσω. Σεβάστηκα το φίλο μου και τη στιγμή και τον άφησα να ξεσπάσει.

“Τι έγινε, ρε Μπάμπη;” τον ρώτησα στο τέλος.
“Ο πατέρας μου, ρε. Δεν τον έχω πια στη ζωή μου. Έφυγε ξαφνικά πριν χρόνια. Κι εγώ ο μαλάκας δεν πρόλαβα να του πω πόσο τον αγαπάω. Μόνο όταν έφυγε κατάλαβα το μεγαλείο του.”
Είχα μείνει να κοιτάω τον φίλο μου και να πονάω κι εγώ μαζί του. Τα ‘χουμε δεδομένα τα πράγματα στη ζωή. 
Και τους γονείς μας μαζί. Μια ωραία πρωία την κάνουν και μένουμε με τα χρωστούμενα. Κι όλα αυτά που θέλαμε να τους πούμε και δεν είπαμε ποτέ. 

Εάν οι δικοί σου γονείς ζουν, τράβα να τους δεις. 
Σήμερα.

Το σύμπαν δεν κρατάει καθυστερήσεις, 
όταν έρχεται η ρημάδα η ώρα.

Να τους παίρνεις αγκαλιά.
Μην την φοβάσαι.
Και να τους λες πόσο τους αγαπάς.
Έχουν κάνει τόσα για σένα.
Μόνο όταν κάνεις παιδιά θα καταλάβεις πόσα.
Χωρίς να σου ζητήσουν τίποτα πίσω.
Μόνο να τους αγαπάς.
Αυτό θέλουν.
Και να τους το δείχνεις.
Και τα λάθη με καλή πρόθεση τα έκαναν.
Να τους τα συγχωρείς.
Τα έκαναν κι οι γονείς τους.
Θα τα κάνεις κι εσύ με τα παιδιά σου.

Και θα έρθει μια μέρα, και σ’ το εύχομαι, που θα σε πάρουν κι αυτά στη δική τους αγκαλιά.
Για να σε συγχωρέσουν.

Να τους αγαπάς τους γονείς σου, ρε.
Σαν τα παιδιά σου.

Αν δεν υπήρχαν οι γονείς σου, δε θα υπήρχαν τα παιδιά σου.
Γιατί απλά δε θα υπήρχες εσύ.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Το δώρο», Ξενάκης Στέφανος, εκδόσεις keybooks