— Δεν είσαι ο μόνος που νοιώθει έτσι φίλε μου, του απαντά ο άλλος.
μήπως είναι η δική μας σειρά να τους πούμε:
«Να σου δώσω ένα φιλάκι, να περάσει;»
Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2020
Όταν το σπίτι χωρούσε και τον παππού και τη γιαγιά…
Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020
Μαθήματα ευτυχίας από μια 83χρονη
Γράφει σε μια φίλη της…
«Αγαπημένη μου φίλη,
Διαβάζω περισσότερο και ξεσκονίζω λιγότερο. Κάθομαι στην αυλή και θαυμάζω τη θέα χωρίς να τρελαίνομαι με τα αγριόχορτα που πάλι βγήκαν στον κήπο. Περνάω περισσότερο χρόνο με την οικογένεια και τους φίλους μου και λιγότερο κάνοντας δουλειές.
Όποτε είναι δυνατό, πρέπει να βλέπουμε τη ζωή σαν ένα σύνολο εμπειριών που πρέπει να απολαύσουμε, όχι να υπομείνουμε. Προσπαθώ να εντοπίσω αυτές τις στιγμές πια και να τις εκτιμήσω.
Δεν “φυλάω” τίποτα. Χρησιμοποιώ το καλό, πορσελάνινο σερβίτσιο για οποιαδήποτε μικρή “ειδική” περίσταση παρουσιαστεί.
Φοράω την καλή μου ζακέτα όταν πηγαίνω για ψώνια.
Δεν κρατάω το ακριβό μου άρωμα για επίσημες συγκεντρώσεις, αλλά το φοράω για τους ταμίες στην τράπεζα και τους υπαλλήλους των καταστημάτων.
Οι φράσεις “κάποτε” ή “μια απ’ αυτές τις μέρες” χάνουν το νόημά τους για ‘μένα. Αν αξίζει να δω, ν’ ακούσω ή να κάνω κάτι, θέλω να το δω, να το ακούσω και να το κάνω τώρα.
Δεν ξέρω τι θα έκαναν οι άνθρωποι αν ήξεραν ότι δεν θα βρίσκονται εδώ αύριο. Πιστεύω ότι θα καλούσαν τους συγγενείς και τους φίλους τους. Ίσως να τηλεφωνούσαν σε μερικού φίλους για να απολογηθούν για παρελθοντικές φιλονικίες. Μ’ αρέσει να σκέφτομαι ότι θα έβγαιναν για να φάνε στο αγαπημένο τους εστιατόριο. Μαντεύω… δεν ξέρω.
Είναι όλα αυτά τα μικρά, μισοτελειωμένα πράγματα που θα με θύμωναν αν ήξερα ότι οι ώρες μου είναι μετρημένες. Θα θύμωνα, επειδή δεν έγραψα τα γράμματα που θα ‘πρεπε να έχω γράψει. Θα θύμωνα επειδή δεν είπα αρκετά στον άντρα και τους γονείς μου πόσο τους αγαπώ.
Προσπαθώ πολύ σκληρά να μην αναβάλω, φυλάξω ή κρατήσω πίσω οτιδήποτε μπορεί να φέρει γέλιο και λάμψη στη ζωή μου.
Και κάθε πρωί, όταν ανοίγω τα μάτια μου, λέω στον εαυτό μου ότι η μέρα που έρχεται είναι μοναδική. Κάθε μέρα, κάθε λεπτό, κάθε ανάσα είναι ένα αληθινό δώρο Θεού.
Ίσως η ζωή μας εξελίχθηκε πολύ διαφορετικά απ’ αυτό που είχαμε θελήσει. Όσο όμως είμαστε εδώ, μπορούμε να χορεύουμε!»
Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020
Η Κυρά του Αργαλειού
Να δουν την ομορφιά του»
Ας ξεχάσουμε την εικόνα κι ας συγκεντρωθούμε μόνο στη φωνή: την ακούμε να διηγείται, σε εξαιρετικά ελληνικά, ιστορίες ζωντανές, να γελάει με τα όσα λέει αλλά και με τα πειράγματά μας. Αποφεύγει τον διδακτισμό, μοιράζει απλόχερα ευχές και είναι πρόθυμη να αποκαλύψει όλα της τα μυστικά. Μυστικά ζωής ή καλύτερα, μακροζωίας.
Δεν μπερδεύεται, δεν χάνει τον ειρμό των σκέψεών της, δεν διακόπτει, δεν μονοπωλεί τη συζήτηση.
|
| «Έρχονται να με δουν για να μάθουν γιατί ζω ακόμη». |
Μια γυναίκα περιποιημένη, εξαιρετικά καλά στην υγεία της, που τρέχει (στην κυριολεξία, κι ας χρησιμοποιεί βοήθημα) για να φτάσει στον αργαλειό της, που σκαρφαλώνει (και πάλι στην κυριολεξία) για να κάτσει επάνω του και που όλα αυτά τα κάνει για πάνω από 100 χρόνια.
«Έρχονται να με δουν απ’ όλο τον κόσμο για να μάθουν γιατί ζω ακόμη».Η Ιωάννα Πρωίου Δημητριάδου γεννήθηκε στις Ράχες Ικαρίας, το 1911 (θυμίζουμε ότι οι Τούρκοι από το νησί έφυγαν έναν χρόνο μετά).
«Και λοιπόν;».
«Και με χαζομεράνε, πουλάκι μου!».
Ήταν το 12ο μεταξύ δεκατριών παιδιών. Η μητέρα της, Ευθυμία, γεννημένη το 1870, ήταν από τις καλύτερες υφάντρες του νησιού.
Καλύτερη μαθήτριά της ήταν η μικρή Ιωάννα.
«Με μεγάλωσε η μητέρα μου κάτω από το αργαλειό. Είχε ένα σεντούκι ανοιχτό και μωρό που ήμουν με είχε απιθώσει στο ανοιχτό του καπάκι, που ήταν κοίλο.
Με το ένα πόδι δούλευε στο αργαλειό και με το άλλο κούναγε εμένα. Εκεί με μεγάλωσε, μέσα στα χνούδια και τις κλωστές. Το πρώτο παιχνίδι που μου ‘δωσε στα χέρια για να μην κλαίω, ήταν μια κλωστή από ένα χοντρό μάλλινο νήμα. Εγώ έπαιζα με την χοντρή κλωστή, τράβαγα τα νήματα και τόσο ξελογιάστηκα που ξέχασα το κλάμα και μπόρεσε η μάνα μου να κάνει τη δουλειά της.
«Έφτιαχνε παραγγελίες υφαντά και ζούσαμε. Τότε ο κόσμος ντυνόταν με υφαντά – από πανάκια για μωρά, μέχρι εσώρουχα. Υφάσματα ρολό φτιάχναμε – για σεντόνια μέχρι ρούχα. Παίρναμε το μαλλί των ζώων, το κλώθαμε, γινόταν μαλακό και το υφαίναμε. Φτιάχναμε σκεπάσματα, φορέματα, πετσέτες, κοστούμια. Τα πάντα. Ο,τι μπορείς να φανταστείς. Αργότερα, υφαίναμε λινομέταξα. Και ήταν υγιεινά, γιατί ανέπνεαν, δεν είχαν χημικά. Τώρα βγαίνουν τόσες μελέτες που λένε τι κακά υφάσματα κυκλοφορούν. Τα διαβάζω και λέω, να, γιατί να μην ξαναγυρίσουν τα κορίτσια να μάθουν αυτή την τέχνη;».
Παρατηρούμε πως δεν λέει «ο αργαλειός» αλλά «το αργαλειό».
Του απευθύνεται σαν να είναι μικρό παιδί. Όπως ακριβώς είναι και η ίδια.
Στο νησί της έχει μαθήτριες και έχει δώσει όλη της την περιουσία και την ενέργεια στο να μην εκλείψει αυτή η τέχνη:
«Αν και έχω δώσει τα πάντα για το αργαλειό, πλέον χρειάζομαι βοήθεια. Έχω διαθέσει όλους μου τους πόρους για να εφοδιάσω τα αργαλειά, για να παίρνω τις πρώτες ύλες να μαθαίνουν τα κορίτσια. Μίλησα και στον δήμαρχο Ικαρίας πως τόσα χρόνια είμαι εθελόντρια και πως ό,τι είχα τα ξόδεψα εκεί με ευχαρίστηση και ποτέ δεν σκέφτηκα να πάρω επιδότηση, αλλά πλέον χρειάζεται να βοηθήσουν και άλλοι.
Ψάχναμε, για παράδειγμα, έναν χώρο για να μπουν τα τρία αργαλειά και να μπορούν να μαθαίνουν οι νεότεροι. Σκέφτηκα ένα εγκαταλελειμμένο δωμάτιο, που ήταν σκουπιδότοπος, με σαβούρα, κοντά στο Δημοτικό σχολείο. Ο δήμαρχος βοήθησε, το καθαρίσαμε και το κάναμε το «Σπίτι του αργαλειού»».
Είναι σημαντικό να παραμείνει ζωντανό το αργαλειό. Με ρωτάτε γιατί; Γιατί πέρασα τη γύμνια, τη φτώχεια, την πείνα και με έσωσε το αργαλειό μου. Με το αργαλειό μου μεγάλωσα τα παιδιά μου, με το αργαλειό μου έντυνα τον άντρα μου, το σπίτι μου. Με το αργαλειό μου, που τόσο το έχω αγαπήσει, έζησα τη ζωή μου και την οικογένειά μου. Το αργαλειό ντύνει, στολίζει, νοικοκυρεύει!».
Της λέμε ότι ακούγεται σαν διαφημιστικό μήνυμα της δεκαετίας του ΄80. Γελάει. Όλο γελάει… Θα ήθελε να κάνει κάτι άλλο;
«Ξεκίνησε ο πόλεμος και πού να πάω πια; Ήμουν τότε 30 χρονώ και ανύπαντρη, γιατί είχα έρωτα με το αργαλειό και δεν είχα άλλη ανάγκη τους άντρες. Παντρεύτηκα το ΄41, μες στη φωτιά, για να έχω έναν σύντροφο να παλέψουμε μαζί τον πόλεμο. Και τα παιδιά μας μέσα στον πόλεμο τα κάναμε. Και γυρίσαμε όλη την Πελοπόννησο για να μπορέσουμε να ζήσουμε».Μας δείχνει μια αχιβάδα. Μέσα είχε ένα ιδιόχειρο σημείωμα που έλεγε: «Το ’42 γυρίζαμε τα χωριά να βρούμε φαγητό. Μακρυά από την Αθήνα, βρέθηκα στις ακτές της Ρούμελης. Μαγειρεύαμε με θάλασσα και εγώ βρήκα αυτή την αχιβάδα και την έκανα πιάτο. Να την φυλάξετε ενθύμιο».
|
|
|
(Γλυπτό που αναγνώρισε η ίδια στη φύση και το έσωσε από το
τζάκι! Αναρωτιόμαστε, αν ήταν του Αΐ Ουέι Ουέι, πόσο θα κοστολογούνταν) |
«Τόσοι πόλεμοι, τόσες δικτατορίες και χαλασμούς, κι όμως αυτή την αχιβάδα την κράτησα, δεν την έχασα, να μου θυμίζει τι περάσαμε. Να μην ξεχάσω. Να μάθουν και οι νεότεροι… Έχω περάσει και άλλα, τόσο άσχημα. Και πάντα λέω, Θέ’ μου, μην έρθουν άλλα. Να μην ξαναγίνει πόλεμος.Η Ικαρία είναι η ζωή της. «Έρχομαι στην Αθήνα, βέβαια, να κάνω τις δουλειές μου, αλλά μόλις πατήσω το πόδι μου στην Ικαρία, αμέσως ζωντανεύω. Τόσο καιρό τώρα που είμαι εδώ, είμαι ζαρωμένη. Αλλά με την προσδοκία ότι θα επιστρέψω γρήγορα στο νησί, αγριεύει και πάλι η καρδιά μου».
«Μας κάναν πολλά κακά οι Γερμανοί και δεν μπορώ να ξεχάσω. Γι’ αυτό σας λέω: το μυστικό της ζωής είναι να μην τα παρατάτε ποτέ. Να έχεις καλή καρδιά. Να μη ζηλεύεις τίποτα απ’ τον άλλο. Να μην είσαι παραδόπιστος. Αν είσαι, αρρωσταίνεις και ταλαιπωρείσαι πώς να τα κονομήσεις. Να δημιουργείς και να χαμογελάς και με ένα πιάτο φαΐ. Και να είσαι δημιουργός. Μα έτσι δεν έγινε από την αρχή; Για να γίνουμε δημιουργοί δεν φτιαχτήκαμε;».
Μια καρδιά που χτυπάει σαν μικρού παιδιού. Το λένε οι γιατροί;
«Είναι μια χαρά. Σταυροκοπιούνται», μας απαντά η κόρη της, Έλλη, στα 73 της η ίδια.
«Είναι πεισματάρα. Σαν βάλει έναν στόχο, δεν θα κάτσει ήσυχη μέχρι να τον εκπληρώσει. Τώρα θέλει να κάνει μουσείο – το καλύτερο του κόσμου, όπως λέει, με τα γλυπτά από φυσικούς κορμούς δέντρων ενός Ικαριώτη. Στέλνει επιστολές, το ‘χει βάλει πείσμα. Δεν τρέχει να προλάβει τη ζωή – η ζωή δεν προλαβαίνει τη μάνα μου», μας λέει συγκινημένη.
«Τα χρόνια σου τα λες, κ. Ιωάννα;», ρωτάμε.
«Εγώ τα λέω, παιδί μου, οι άλλοι δεν με πιστεύουνε! Τώρα περάσανε τα 100 χρόνια και ούτε το κατάλαβα. Παρ’ όλα τα δύσκολα που πέρασα. Έλα όμως που είχα σύμμαχο και κουράγιο το αργαλειό. Και από εκεί έζησα και από εκεί αγάπησα και δημιούργησα και ζω και σήμερα».
«Έχω πολλή ενέργεια, παιδάκι μου», μου λέει και σταυρώνει τα χέρια της στο στήθος. «Να πάρ’ τη, έχω παραπάνω». «Η πέτρα που μιλάει»
|
|
|
Πάνω αριστερά: Ο Κουστό… όπως τον είδε έτοιμο και τον
αναγνώρισε, πάνω στην πέτρα. Δεξιά: Στην πέτρα είδε και το κεφάλι του Βουκεφάλα! (δεν το ζωγράφισε – το αναγνώρισε). Κάτω: «Ποιος σκάλισε αρχαία προτομή πάνω στην πέτρα;» αναρωτιέται η κ. Πρωίου. |
«Από μικρό παιδί μπορούσα να ακούω τις πέτρες να μου μιλούν. Πιάνω την πέτρα στη χούφτα μου και τη διαβάζω. Κρατώ ένα μολυβάκι και όταν βλέπω ένα σημάδι το σημειώνω. Και το ένα με το άλλο, όταν ενωθούν, αποκαλύπτουν τα μυστικά της πέτρας. Δεν ζωγραφίζω τις πέτρες – τις διαβάζω και ψάχνω ποια σχέδια έχουν κρυμμένα μέσα τους.
Τα βλέπω ολοζώντανα πάνω στην πέτρα. Σχήματα, μορφές, λουλούδια, ζώα… Δες αυτό: δεν είναι ίδιος ο Κουστό; Σαν να έβαλαν τη φωτογραφία του στην πέτρα. Η θάλασσα τον έχει αποτυπώσει πάνω στην πέτρα. Έχει πεθάνει άραγε ο Κουστό;… Πάντα ξαφνιάζομαι με αυτά που φανερώνονται. Κοίτα να δεις λέω, τι πράγματα! Είδες τι ζωγράφος είναι αυτή η θάλασσα;».
«Για να έρθουν κοντά στο αργαλειό οι νέοι. Να δουν την ομορφιά του», όπως λέει.
dinfo.gr
Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020
Ο κυνισμός και η ψυχρότητα των ανθρώπων
«Έλα μωρέ, 75 χρονών ήταν, 80 χρονών ήταν, 90 χρονών ήταν, θα πέθαινε έτσι κι αλλιώς»
Σκέφτομαι τον μπαμπά μου που είναι 83μισό και τη μαμά μου που είναι 72.
Τη μαμά μου που το δέρμα της είναι βελούδο, καλύτερο από το δικό μου, τα υπέροχα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών της που όταν τα βάφει, καμαρώνω σαν το γύφτικο σκεπάρνι.
Που όποτε κι αν πάω στο πατρικό μου απροειδοποίητα είναι πάντα ντυμένη στην τρίχα σε αντίθεση με μένα που κυκλοφορώ στο σπίτι σαν κυράτσα.
Που μόλις ανοίγει την πόρτα φτιάχνει το μαλλί της με τα χέρια της και όποτε τη φιλάω μυρίζει φρεσκάδα και αφρόλουτρα.
Που συνεχίζει να μου μαγειρεύει όσα θέλω,
που δεν κουράζεται ποτέ για όσους αγαπάει.
Που πριν λίγο μου τηλεφώνησε για να μου πει: Κική έχω μια ανήθικη πρόταση να σου κάνω. Λουκάνικα ψητά με πιττούλες.
Σκέφτομαι τον μπαμπά μου που λείπει 2μιση μήνες στο χωριό του κι είναι μόνος 2μιση μήνες.
Που μαγειρεύει μόνος του, καθαρίζει το σπίτι μόνος του, που πηγαίνει 2 φορές τη μέρα στη θάλασσα και περηφανεύεται σαν μωρό παιδί ότι έφτασε τα 100 μπάνια.
Που ψάχνει να βρει από το σούπερ τις κονσέρβες με σολομό σε νερό που τρώω, που αγοράζει τις αγαπημένες μου φλογητιανές ντομάτες και μου στέλνει...
που μαθαίνει στην ξαδέρφη μου πώς να τινάζει τα αγγούρια και να διαλέγει τα καλά.
Που μου τηλεφωνεί σχεδόν κάθε μέρα και μου λέει μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ.
Άι σιχτίρ ρε ανθρωποειδή που μπερδεύετε τον φυσικό από ηλικία θάνατο ή τον αναπάντεχο από μια αρρώστια που δεν είναι μεταδοτική και κολλητική, όπως το έμφραγμα, η ανακοπή, ο καρκίνος, με τον Κορονοϊό.
Που μετατρέψατε σε φυσιολογικότητα το χαμό ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας από σας.
Ας κολλήσω κι εγώ λοιπόν... 45 είμαι, πολύ μεγαλύτερη από κάποιον 25 χρονών.
Έχω και υποκείμενο νόσημα, ας διασωληνωθώ κι ας καταλήξω.
Που χαμπάρι δεν παίρνει κανείς σας ότι έχω Διαβήτη 42 χρόνια κι αν δεν το έλεγα θα φαινόμουν πιο γερή και πιο δυνατή κι από ελέφαντα.
Τρίτη 11 Αυγούστου 2020
«Για τον παππού μου που δεν θα με ξαναπάρει από το σχολείο»
Αυτή ήταν η ερώτηση του μικρού παιδιού μου όταν ο παππούς έφυγε για πάντα από κοντά μας. «Έγινε αστέρι. Είναι ψηλά στον ουρανό».
«Μα ο ουρανός έχει εκατομμύρια αστέρια. Ποιο από όλα είναι ο παππούς; Πως θα το καταλάβω;» Ερωτήσεις πάνω στις ερωτήσεις. Πως να εξηγήσω τον θάνατο σε ένα τόσο μικρό παιδί;
«Τη νύχτα που λάμπουν τα αστέρια, σήκωσε τα μάτια σου και κοιτά. Στο αστέρι που θα σταματήσει η μάτια σου, στο αστέρι που θα κοιτάξεις επίμονα, το αστέρι που θα μαγνητίσει το βλέμμα σου, αυτός είναι ο παππούς σου. Θα σε κοιτά από ψηλά. Θα σε προσέχει».
«Μα όταν ξημερώνει, τα αστέρια χάνονται. Τότε, την ημέρα, δεν θα μπορώ να τον δω. Ούτε αυτός εμένα».
«Τα αστέρια είναι πάντα στον ουρανό. Απλά ο ήλιος είναι πιο δυνατός και καλύπτει το φως των αστεριών. Γιαυτό δεν τα βλέπεις. Το αστέρι του παππού είναι πάντα εκεί».
«Ναι, όμως ποιος θα μου παίρνει τυρόπιτα το πρωί πριν το σχολείο ; Ποιος θα με πάει βόλτα στο πάρκο τα απογεύματα; Δεν γίνεται. Θέλω τον παππού μου να είναι δω. Δίπλα μου».
«Τυρόπιτα θα σου παίρνω εγώ. Και αργότερα, όταν μεγαλώσεις με την παρέα σου, θα ξεδιπλώνεις τις αναμνήσεις σου μια μια. Και όταν τρως τυρόπιτα θα θυμάσαι τα μοσχομυριστά πρωινά με τον παππού σου. Θα είναι σαν να σου κρατά το χέρι πάλι και να σε πηγαίνει στο φούρνο για να σου πάρει όλα αυτά που λαχταράς Θα δεις ότι η γεύση στο νου σου θα αλλάζει. Θα γίνεται πιο νόστιμη. Και αυτή η απλή, αδιάφορη τυρόπιτα θα γίνεται πιο σημαντική. Πιο σπάνια. Γιατί θα ξέρεις ότι μέσα σου υπάρχει η αγάπη. Υπάρχουν οι αναμνήσεις. Αυτές που έφτιαξε ο παππούς μαζί σου. Αυτές που χτίσατε μαζί χέρι χέρι».
«Θέλω όμως να τον βλέπω. Τι; Θα κοιτώ πάντα τα αστέρια και θα ψάχνω να τον βρω;»
«Όχι. Δεν χρειάζεται. Το αστέρι του παππού σου είναι μέσα στην καρδιά σου. Με τα μάτια της αγάπης θα τον βλέπεις. Όσο τον αγαπάς και τον έχεις κλεισμένο στην καρδιά σου είναι εκεί. Οι άνθρωποι φεύγουν από δίπλα μας όταν τους ξεχνάμε».
Με άκουγε με προσοχή. Είμαι βέβαιη ότι είχε απορίες. Δεν μπορούσε να συλλάβει επακριβώς αυτά που έλεγα. Την περιπλοκότητα του πράγματος. Την πολυδιάστατη έννοια της αγάπης. Η απουσία ήταν αισθητή έτσι κι αλλιώς. Η βροντερή φωνή του έλειπε. Έλειπαν τα αστεία του, οι βόλτες με το αυτοκίνητο, οι κρυμμένες σοκολάτες μέσα στις γλάστρες. Όμως αυτά που προσπαθούσα να τους πω ήταν η παρηγοριά αλλά και η αλήθεια. Τα παιδιά πρώτα από όλα διαβάζουν με την καρδιά. Μετά με τα μάτια. Αποζητούσε να ακούσει λόγια συμπαράστασης για το μεγάλο κενό που ένιωθε. Που ένιωθα…
«Δεν θα έρθει όμως στην αποφοίτηση του δημοτικού, ούτε στους αγώνες μπάσκετ. Δεν θα είναι εκεί όταν θα παίρνω το πτυχίο στο Πανεπιστήμιο. Δεν θα είναι. Ούτε θα με περιμένει έξω από το σχολείο όπως κάθε μεσημέρι…»
«Θα λάμπει πάντα μέσα σου. Και στον αγώνα θα σε χειροκροτά από ψηλά. Θα χαίρεται. Θα το νιώσεις. Μην ανησυχείς. Φεύγουν κάποιοι αγαπημένοι μας από τη ζωή, αλλά είναι πάντα μαζί μας». Για το σχολείο το προσπέρασα, δεν είχα κάτι να απαντήσω… Το κενό αγεφύρωτο…
«Μα, δεν μπορώ να τα καταλάβω όλα αυτά. Ο παππούς πέθανε».
«Δεν χρειάζεται να καταλάβεις. Μέσα σου έχεις κλεισμένα όλα τα χρόνια που έζησες μαζί του. Για σκέψου…τότε στην παραλία που χτίζατε πυργάκια… Τότε που είχε ντυθεί Άι Βασίλης για να φέρει τα δώρα… τότε που…, τότε που…. Θυμάσαι;»
Χαμογέλασε με ένα πλατύ χαμόγελο σαν να έβλεπε άλμπουμ με τις συγκεκριμένες φωτογραφίες. Και άλλες πολλές. Και αυτές που απαθανάτισε η φωτογραφική μηχανή, αλλά και άλλες, που αποθανατίζεις μόνο με τα μάτια της καρδιάς. Στιγμές, άπειρες στιγμές συναισθημάτων, που ξαφνικά γίνονται εικόνες. Και οι εικόνες σε κατακλύζουν. Και η αγάπη είναι εκεί. Τότε, καταλαβαίνεις ποσό αγαπήθηκες και ποσό αγαπάς.
«Τον αγαπώ τον παππού πολύ».
«Βλέπεις; Η αγάπη δεν έχει εικόνα. Αγαπάς από την καρδιά. Αγαπάς, ότι σου χάρισε. Ότι σου έμαθε. Αγαπάς αυτό ακριβώς που ήταν ο παππούς. Όλα αυτά δεν ξεριζώνονται από την καρδιά σου. Οι αναμνήσεις που σου χάρισε δεν θα μπορέσουν να διαγραφούν ποτέ από την μνήμη σου».
Το βράδυ βγήκε στο μπαλκόνι κι ας έκανε ψύχρα. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον ουρανό. Παρατηρούσα από μακριά. Έμεινε κάμποσα λεπτά της ώρας έτσι. Σαν να έψαχνε κάτι. Σίγουρα έψαχνε και αυτό που γύρευε το βρήκε. «Καληνύχτα παππού», άκουσα να ψιθυρίζει. Αποτραβήχτηκα απαλά στις μύτες των ποδιών μου για να μην με ακούσει και χώθηκα στην κρεβατοκάμαρα μου. Δεν ήθελα να χαλάσω την μαγική αυτή στιγμή. Το άγγιγμα ψυχής που ένιωσε όταν κοίταξε ψηλά στον ουρανό.
Είχε βρει το δικό του αστέρι.
Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020
Συγκλονιστικός 93χρονος Kρητικός
ΚΡΗΤΗ σήμερα
Πέμπτη 21 Μαΐου 2020
Τα Επιτραπέζια Παιχνίδια μειώνουν τον Κίνδυνο Εμφάνισης Άνοιας / Playing board games, cognitive decline and dementia
Για παράδειγμα, ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι μόνο 1 ώρα παιχνιδιού βελτιώνει την προσοχή και άλλες μελέτες έχουν καταδείξει ότι τα παιχνίδια που περιλαμβάνουν σκοποβολή συγκεκριμένα βελτιώνουν τις γνωστικές μας ικανότητες.
Όσον αφορά τους μεγαλύτερους σε ηλικία ενήλικες, τα οφέλη των παιχνιδιών φαίνεται να είναι ακόμα μεγαλύτερα.
Από εφαρμογές για την εξάσκηση του εγκεφάλου μέχρι 3d video games, όλα τα είδη παιχνιδιού φαίνεται να αντιστρέφουν την γνωστική εξασθένιση που σχετίζεται με την διαδικασία γήρανσης.Αλλά τι συμβαίνει με τα επιτραπέζια παιχνίδια και τα σταυρόλεξα; Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου θέλησαν να εξετάσουν μια πιθανή σχέση. Ο Drew Altschul από τη Σχολή φιλοσοφίας, Ψυχολογίας και Επιστημών της Γλώσσας συνέγραψε με τους ερευνητικούς του συνεργάτες τα αποτελέσματα μιας ενδιαφέρουσας μελέτης. Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο The Journals of Gerontology.
Ο Drew Altschul από τη Σχολή φιλοσοφίας, Ψυχολογίας και Επιστημών της Γλώσσας συνέγραψε με τους ερευνητικούς τους συνεργάτες τα αποτελέσματα μιας ενδιαφέρουσας μελέτης. Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο The Journals of Gerontology.
Οι επιστήμονες εξέτασαν 1.091 συμμετέχοντες που είχαν γεννηθεί το 1936 και των οποίων τα δεδομένα υπήρχαν ήδη καταχωρημένα από προηγούμενες έρευνες.
Ως μέρος της νέας έρευνας, οι επιστήμονες ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να τους εξηγήσουν πόσο συχνά έπαιζαν επιτραπέζια, χαρτιά, σκάκι, bingo ή σταυρόλεξα στα 70 και στα 76 τους.
Παίζουμε επιτραπέζια για να μειώσουμε την γνωστική εξασθένιση
Συγκεκριμένα, όσοι ανέφεραν ότι έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια στα 70 τους εμφάνισαν λιγότερη γνωστική εξασθένιση από τα 11 τους χρόνια μέχρι τα 70, και λιγότερη εξασθένιση από τα 70 έως τα 79 τους.
Οι ερευνητές σχολίασαν πως η ευεργετική τους αυτή δύναμη δεν οφείλεται στον παράγοντα της κοινωνικοποίησης, αλλά στην πρόκληση που θέτουν στον εγκέφαλό μας, όπως συμβαίνει και με άλλες δραστηριότητες, δηλαδή το διάβασμα, τη γραφή και τη δια βίου μάθηση.
Πηγές



